Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Ξημέρωσε κι είναι νύχτα… και φως δεν βλέπω πουθενά

Οικονομική κρίση, απελπισία και συγκίνηση μέσα από τα μάτια της ανώνυμης συντάκτριας του typosnyxterinos.blogspot.com

Από κεκτημένη ταχύτητα ζούμε. Κάτι αφαιρείται από την εξίσωση αλλά αντιστεκόμαστε περιμένοντας να απομακρυνθούμε από αυτή την καταραμένη μιζέρια σημειώνοντας τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Σπρέντς, εφεδρείες, περικοπές και δημοσιονομική εξυγίανση αποτελούν τη συνταγή της πικρής σούπας που μας ταΐζουν εδώ και περίπου δύο χρόνια. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ευελπιστούμε ότι δεν θα καταναλώσουμε το «λίπος» που θα μας μεταφέρει αλώβητους στην απέναντι πλευρά. Και, όμως, σε αυτή την πόλη το λίπος τελείωσε για πολλούς και η ζωή που με κόπο είχαν χτίσει γίνεται κομμάτια. Μην φανταστείτε τύπους περιθωριακούς. Όχι. Μιλάω για εσένα και εμένα, το διπλανό και το γείτονα σου που λυγίζουν κάθε μέρα στα μουγκά χάνοντας και ένα κομμάτι της αξιοπρέπειας τους. Η σιωπή έσπασε επιτέλους και η κραυγή της συντάκτριας του παρακάτω κειμένου διαπέρασε τα τείχη που με κόπο υψώνουμε. Το ελάχιστο που οφείλουμε να κάνουμε είναι να ακούσουμε και να κοιτάξουμε με περισσότερη προσοχή γύρω μας. Δεν είναι η μόνη…

«Είμαι στα 37 μου.
Δουλεύω απ’ τα 16 μου.
Στην Αθήνα ζω απ’ τα 24 μου.
Δε θυμάμαι εποχή που να ‘χω μείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα άνεργη. Θυμάμαι πολλές εποχές που βρέθηκα να κάνω δυο δουλειές ταυτόχρονα. Τα τελευταία οκτώ χρόνια για παράδειγμα. Θυμάμαι εποχές που τα πράγματα ήταν καλά, κι άλλες που ήταν δύσκολα και στριμωγμένα. Ποτέ μου όμως, ούτε στις πιο άγριες «πείνες» των φοιτητικών μου χρόνων, δε βρέθηκα στην κατάσταση που είμαι τώρα.
Δεκατρία χρόνια σ’ αυτή την πόλη, δούλεψα, μόχθησα, στάθηκα στα πόδια μου, αλλά τώρα πια παράδωσα τα όπλα.
Είμαι δέκα μήνες άνεργη. Γνωρίζοντας από νωρίτερα πως θα χάσω τη δουλειά μου, άρχισα να ψάχνω από πέρισυ το Πάσχα. Έστειλα 120 περίπου βιογραφικά σ’ αυτό το διάστημα, σε διάφορες δουλειές, και καμιά 35αριά σε εκδοτικούς οίκους για μετάφραση.
Πήρα δύο απαντήσεις από εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι με ενημέρωναν πως δεν χρειάζονται συνεργάτες.
Οι υπόλοιποι 153 προφανώς λυπήθηκαν το χρόνο που χρειάζεται να στείλεις ένα απορριπτικό email.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου αντιμετωπίζω μια έξωση στο τέλος του τρέχοντος μήνα. Η σπιτονοικοκυρά έχει αφρίσει και πλέον θα μιλάμε με τους δικηγόρους της. Έχει δίκιο φυσικά. Τα λεφτά της θέλει, δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα. Τα 8 χρόνια που μένω στο σπίτι της και το ότι ποτέ δεν της καθυστέρησα ή έφαγα νοίκια, δεν παίζουν κανένα ρόλο. Ούτε οι εργασίες που έκανα στο σπίτι με δικά μου έξοδα και κόπο. Άλλωστε όπως είπε κι η ίδια, «δεν έχω πια αξιοπρέπεια», κι όπως υπερθεμάτισε η κόρη της «είμαι απατεώνας που ζω εις βάρος τρίτων».
Οι μεταφορείς που ήρθαν για να μου δώσουν τιμή για μετακόμιση και αποθήκευση μου ζήτησαν 150 ευρώ μηνιαίως για αποθήκευση σε κοντέινερ τους και 600-750 για τη μετακόμιση μέχρι την αποθήκη. Για μετακόμιση ως το πατρικό μου στο Βόλο μου ζητούν περίπου 1200 ευρώ.
Δεν έχω τα χρήματα ούτε για το ένα, ούτε για το άλλο. Ακόμη κι αν έβρισκα τα χρήματα για τη μετακόμιση ως το Βόλο, η μητέρα μου ζει σ’ ένα μικρό διαμέρισμα των 40 τετραγωνικών όπου μετά βίας να χωρέσω εγώ κι ο υπολογιστής μου, ίσως και κάποια από τα ρούχα μου.
Όλα τα υπόλοιπά μου πράγματα, το νοικοκυριό 10 και βάλε χρόνων, θα πάει πιθανόν για βρούβες.
Η εφορία μου ζητά τα 300 ευρώ του φόρου επιτηδεύματος κι ο τόκος τρέχει 3% το μήνα. Η ΔΕΗ σε λίγο θα μου στείλει το τελευταίο μπουγιουρντί ενώ υπολόγισα πως ο φόρος που θα μπει ενσωματωμένος θα είναι περίπου 420 ευρώ.
Το τελευταίο δίμηνο του ΤΕΒΕ το πλήρωσα με αίμα και κυριολεκτικά τελευταία στιγμή.
Η επόμενη πληρωμή στο τέλος του Νοέμβρη δε θα γίνει. Η τρέχουσα εισφορά μου είναι 640 ευρώ, αλλά εγώ είμαι χωρίς μετάφραση.
Η εταιρεία με την οποία συνεργάζομαι μου δήλωσε πως δεν ξέρουν αν και πότε θα μου ξαναδώσουν δουλειά και πως δεν μπορούν να μου εγγυηθούν πως θα έχω σταθερή συνεργασία μαζί τους. Σε περίπτωση που είχα, αυτή η σταθερή συνεργασία θα μου απέφερε το αστρονομικό ποσό των 420 ευρώ το μήνα. Για την ώρα όμως, δεν υπάρχει ούτε αυτό το δεδομένο.
Η πόλη στην οποία έζησα δεκατρία χρόνια τώρα, με φτύνει στο περιθώριο σαν σκουπίδι.
Είμαι δειλή για να δώσω μια και να πηδήξω απ’ το μπαλκόνι, και ζει ακόμα η μάνα μου, δεν της αξίζουν τέτοιες καράφλες στα ογδόντα της.
Δεν ξέρω ούτε πού θα πάω, ούτε πού θα σταθώ. Για πρώτη φορά στη ζωή μου νιώθω κυριολεκτικά επί ξύλου κρεμάμενη, χωρίς τόπο να πατήσω και να κρατηθώ.
Κι εντάξει, εγώ πάω στο διάολο, κι όλα έφτασαν στο τέλος.
Όμως δεν αντέχω λεπτό στη σκέψη πως δεν μπορώ να βολέψω κάπου τα ζωντανά μου. Η Λούνα, ο Κανέλλος κι ο Τσίκος δε φταίνε σε τίποτα. Τα μεγάλωσα όλα από μια σταλιά, η Λούνα πλησιάζει τα δέκα χρόνια της και δεν έχει ζήσει στο δρόμο ούτε μια μέρα απ’ τη ζωή της. Πού θα πάνε αυτά τα ζώα; Τι θ’ απογίνουν;
Πώς να τα γλιτώσω και πώς να τα εξασφαλίσω; Πόσα θα προλάβω να κάνω μέχρι το τέλος του μήνα;
Έχω απελπιστεί κι έχω βυθιστεί στην απόγνωση. Όσες καβάτζες υπομονής και κουράγιου είχα έχουν εξανεμιστεί.
Και φως δε βλέπω πουθενά.
Ξημέρωσε κι είναι νύχτα».
http://typosnyxterinos.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου