Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Eν ψυχρώ δολοφονία!







Έξαλλοι είναι οι βιομήχανοι της χώρας με τον κ. Σαμαρά και την κυβέρνησή του αφού η εγκληματική αδιαφορία που επιδεικνύει και οι τρομακτικές αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος τούς οδηγούν σε μαζικό χαρακίρι. Έτσι το τελευταίο προπύργιο της ελληνικής οικονομίας είναι έτοιμο να πέσει, συμπαρασύροντας στην καταστροφή εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες! Μετά το «Βατερλό» εκατοντάδων χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων της χώρας, σφυροκοπείται αλύπητα ο «σκληρός πυρήνας» της οικονομίας.



Ο λόγος για τις μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις, οι οποίες η μία μετά την άλλη βάζουν λουκέτο εξαιτίας του ασύλληπτου ενεργειακού κόστους, το οποίο είναι διπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρώπης. Την τελευταία τετραετία χάθηκαν στη βιομηχανία 250.000 θέσεις εργασίας ενώ αυτές ακριβώς τις ημέρες επιπλέον 80 βιομήχανοι είναι «έτοιμοι να παραδώσουν τα κλειδιά των εργοστασίων τους» στον κ. Σαμαρά. Τα πνεύματα έχουν οξυνθεί τόσο πολύ μεταξύ των
βιομηχάνων ώστε για πρώτη φορά κατηγορούν την κυβέρνηση και τον κ. Σαμαρά ότι με την πολιτική τους έχουν παραδώσει την ελληνική βιομηχανία στα χέρια των Ευρωπαίων ανταγωνιστών της, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να χαθούν όλες οι μέχρι σήμερα θυσίες του ελληνικού λαού.
Για πρώτη φορά κορυφαίοι βιομήχανοι της χώρας μιλούν για «εθνικό έγκλημα» αφού μεγάλες παραγωγικές επιχειρήσεις χάνουν ξένες αγορές – είναι χαρακτηριστικές οι πρόσφατες απώλειες των ελληνικών επιχειρήσεων στο «μέτωπο της Βόρειας Αφρικής» – γιατί η κυβέρνηση δείχνει εγκληματική αδιαφορία. Σε μια περίοδο που οι Γερμανοί, οι Ιταλοί και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι ενισχύουν φανερά και κρυφά τις βιομηχανίες τους για να αντέξει η οικονομία τους την περίοδο της κρίσης, η ελληνική κυβέρνηση και ο κ. Σαμαράς δεν κάνουν απολύτως τίποτε με αποτέλεσμα πολλές βιομηχανίες να έχουν βάλει λουκέτο. Μετά την κατάρρευση των παραγωγικών επιχειρήσεων κεραμικών και ειδών υγιεινής ακολουθούν οι βιομηχανίες λιπασμάτων.
«Έχουμε προειδοποιήσει όλους τους συναρμόδιους υπουργούς, έχουμε ενημερώσει τον ίδιο τον Πρωθυπουργό για το μέγεθος της επερχόμενης καταστροφής. Φαίνεται όμως ότι απευθυνόμαστε σε ώτα μη ακουόντων. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν στραμμένη την προσοχή τους μόνον σε αυτά που τους υπαγορεύει η τρόικα. Έτσι όμως θα καταστραφεί ό,τι έχει απομείνει σε αυτόν τον τόπο και όποιες θυσίες έχει κάνει ο ελληνικός λαός θα πάνε χαμένες» έλεγε εκπρόσωπος κορυφαίου βιομηχανικού ομίλου της χώρας.
Το πρόβλημα βεβαίως δεν είναι απλό ούτε αφορά το κλείσιμο κάποιων ακόμη βιομηχανικών επιχειρήσεων. Στην πραγματικότητα το γεγονός αυτό σημαίνει ότι εκρήγνυται μια βόμβα μεγατόνων στα θεμέλια της ελληνικής οικονομίας καθώς οι βιομηχανίες αυτές κινούν εκατοντάδες επαγγέλματα, απασχολώντας έμμεσα εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους. Πρόκειται για τις χαλυβουργίες της χώρας, τις τσιμεντοβιομηχανίες, τις χαρτοποιίες, τις υαλουργίες, τις κλωστοϋφαντουργίες, τις χημικές βιομηχανίες και δεκάδες άλλες παραγωγικές επιχειρήσεις. Οι ζημιές που έχουν καταγραφεί στους πρόσφατους ισολογισμούς των επιχειρήσεων των ιδιαιτέρως ενεργοβόρων κλάδων των μη σιδηρούχων μετάλλων, του χάλυβα, των λιπασμάτων, των τσιμέντων και του χαρτιού υπολογίζονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Ύστερα από τέσσερα χρόνια βαθιάς οικονομικής κρίσης και μείωσης της ζήτησης για βιομηχανικά προϊόντα, η ελληνική μεταποιητική βιομηχανία έχει συρρικνωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό με σοβαρότατες συνέπειες τη μείωση των φορολογικών εσόδων και των ασφαλιστικών εισφορών, την αύξηση της ανεργίας, τη μείωση του ΑΕΠ.
Η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει όλες τις βιομηχανίες, ιδιαίτερα όμως εκείνες που δραστηριοποιούνται στους κλάδους των κατασκευών και που από τη φύση τους απευθύνονται κυρίως στην εσωτερική αγορά (π.χ. τσιμεντοβιομηχανία, χαλυβουργία). Η εσωτερική αγορά σε αυτούς τους κλάδους έχει καταρρεύσει (οι εγχώριες πωλήσεις διαμορφώνονται κάτω από το 20% του προ κρίσεως επιπέδου) και οι εξαγωγές αποτελούν τη μόνη διέξοδο ανάγκης για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων αυτών. Οι εξαγωγές όμως προϊόντων όπως ο χάλυβας και το τσιμέντο έχουν να αντιμετωπίσουν, λόγω της φύσεώς τους, υψηλό μεταφορικό κόστος και διεθνή ανταγωνισμό σε αγορές που αναπτύσσονται με αργούς ρυθμούς.
Ανταγωνιστικότητα όμως σημαίνει χαμηλό κόστος μεταποίησης των παραγόμενων προϊόντων, κυρίως του κόστους εργασίας και του κόστους ενέργειας. Ενώ όμως οι μισθοί έχουν μειωθεί σημαντικά από το 2010, αντίθετα αυξάνεται συνεχώς το κόστος ενέργειας, το οποίο αποτελεί για πολλές βιομηχανίες τον κύριο παράγοντα διεθνούς ανταγωνιστικότητας.
Το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας για τις μεσαίου μεγέθους μεταποιητικές εγκαταστάσεις που είναι συνδεδεμένες στη μέση τάση είναι περίπου 80% υψηλότερο από εκείνο των ανταγωνιστών τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για τις μεγαλύτερες βιομηχανικές εγκαταστάσεις που είναι συνδεδεμένες στην υψηλή τάση δεν υπάρχουν αρκετά διαθέσιμα στοιχεία, καθώς οι σχετικές διμερείς συμβάσεις μεταξύ βιομηχανιών και προμηθευτών ρεύματος είναι απόρρητες. Εκτιμάται όμως ότι και στην υψηλή τάση οι διαφορές είναι σημαντικές και το κόστος στη χώρα μας – ανάλογα με τον κλάδο – είναι από 30% ως 100% υψηλότερο από ορισμένους Ευρωπαίους ανταγωνιστές.
Η φθηνή ηλεκτρική ενέργεια, η ενέργεια που παράγεται στην Ελλάδα από το λιγνίτη και τα νερά – τις δικές της δηλαδή παραδοσιακές πηγές –, υπήρξε για δεκαετίες ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τη δημιουργία και την ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας και την οικονομική ανάπτυξη γενικότερα. Άλλωστε αυτό δεν αποτελεί διεθνή πρωτοτυπία καθώς η βιομηχανία όλων των χωρών – και τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αποτελούν εξαίρεση – εφοδιάζεται με χαμηλές τιμές ενέργειας από τις ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες βάσης που διαθέτουν, πυρηνικές, ανθρακικές, υδροηλεκτρικές, πετρελαϊκές ή φυσικού αερίου. Αυτές οι μονάδες βάσης εφοδιάζονται κυρίως από εθνικές πηγές ενέργειας και για τον λόγο αυτόν μπορούν να προσφέρουν διεθνώς ανταγωνιστικά τιμολόγια στην εθνική βιομηχανία τους.

65% - 100% πάνω το κόστος του ρεύματος
Την τελευταία δεκαετία το κόστος του ρεύματος έχει αυξηθεί για τη βιομηχανία στη χώρα μας κατά 65% στην υψηλή και κατά 100% στη μέση τάση λόγω τιμολογιακών αυξήσεων αλλά και ρυθμιστικών επιβαρύνσεων (Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, ΥΚΩ, ΑΠΕ/ΕΤΜΕΑΡ), αυξήσεις που δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να δικαιολογηθούν από την αύξηση του κόστους παραγωγής από τις εθνικές μονάδες βάσης, τους λιγνίτες και τα νερά. Αντίθετα υπάρχει περιθώριο τα τιμολόγια αυτά να μειωθούν εφόσον λειτουργήσουν πιο αποδοτικά τα λιγνιτωρυχεία και οι λιγνιτικοί σταθμοί, όπως προκύπτει και από τη μελέτη που η ΔΕΗ ανέθεσε στην Booz Allen Hamilton, και αρθούν οι στρεβλώσεις της αγοράς.
Είναι προφανές ότι με την τιμολογιακή πολιτική που ακολουθείται οι μεγάλοι βιομηχανικοί καταναλωτές στη μέση και στην υψηλή τάση, για τους οποίους το κόστος ενέργειας – κύριος παράγοντας διεθνούς ανταγωνιστικότητας – αποτελεί το 20% ως και 50% του κόστους μεταποίησης, οδηγούνται σε αφανισμό, καθώς τα προϊόντα τους βρίσκονται σε αδυναμία να ανταγωνιστούν στις διεθνείς αγορές και διατρέχουν άμεσο κίνδυνο υποκατάστασης από εισαγωγές στην εγχώρια αγορά.
Διπλάσια η τιμή του φυσικού αερίου στην Ελλάδα
Στο φυσικό αέριο τα πράγματα δεν είναι καλύτερα για τη μεταποίηση. Το φυσικό αέριο είναι στη χώρα μας το ακριβότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι τιμές του φυσικού αερίου (προ φόρων) είναι διπλάσιες από τους κύριους ανταγωνιστές μας και 40% υψηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης που έχει επιβάλει η χώρα μας (10πλάσιοι από το ελάχιστο που προβλέπει η σχετική ευρωπαϊκή οδηγία) είναι οι υψηλότεροι που πληρώνει η ευρωπαϊκή βιομηχανία και επιβαρύνουν κατά 15%-20% το ήδη υψηλότατο κόστος του φυσικού αερίου.
Αποτέλεσμα της πολιτικής που έχει ακολουθήσει η πολιτεία στο φυσικό αέριο είναι να οδηγούνται στο λουκέτο ή, στην καλύτερη περίπτωση, σε μεταφορά της μεταποιητικής δραστηριότητάς τους σε γειτονικές χώρες κλάδοι που βασίστηκαν στην ανάπτυξη του φυσικού αερίου στη χώρα μας: μετά τη δυναμική και εξωστρεφή βιομηχανία κεραμικών και ειδών υγιεινής, που λύγισε κάτω από το βάρος των τιμών του αερίου, σειρά φαίνεται να έχει και η βιομηχανία λιπασμάτων.
Αξίζει στο σημείο αυτό να υπογραμμισθεί ότι το κόστος ενέργειας απασχολεί πλέον το σύνολο της μεταποιητικής αλυσίδας και όχι μόνο κάποιες μεγάλες επιχειρήσεις. Οι θυσίες των εργαζομένων, οι μειώσεις μισθών και ωρών απασχόλησης, που έχουν στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων, κινδυνεύουν να ακυρωθούν στην πράξη από την αύξηση του κόστους της ενέργειας, οδηγώντας σε μια ανεξέλεγκτη αύξηση της ανεργίας.
Η κυβέρνηση πρέπει να αντιληφθεί την κρισιμότητα της κατάστασης στην αγορά ενέργειας και ότι η τιμολογιακή πολιτική που έχει ακολουθηθεί χρήζει άμεσης διόρθωσης και νέου σχεδιασμού. Δεν υπάρχουν πλέον χρονικά περιθώρια για καθυστερήσεις και νέους σχεδιασμούς επειδή ο ενεργειακός σχεδιασμός έχει από χρόνια εγκαταλειφθεί με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ξεκάθαρο σχέδιο και πορεία για τη χώρα.
Η Ελλάδα, όπως κάνουν και τα άλλα κράτη-μέλη, μπορεί και οφείλει να προσφέρει σε όλη τη μεταποίηση ανταγωνιστικές τιμές ενέργειας που βασίζονται στις εθνικές μονάδες βάσης χωρίς να τις επιβαρύνει με δυσβάστακτη φορολογία και άλλες ρυθμιζόμενες επιβαρύνσεις.
Χαμηλό κόστος ενέργειας σημαίνει ανταγωνιστικότητα, ανάπτυξη, αύξηση των εξαγωγών και τόνωση της απασχόλησης. Η φθηνή ενέργεια είναι ο πιο διαφανής και δίκαιος τρόπος να στηρίξει μια χώρα τη βιομηχανία και την οικονομία της: χωρίς επιδοτήσεις, χωρίς φοροαπαλλαγές, με ίσους όρους ανταγωνισμού για όλους.
Οι χώρες της Ευρώπης το έχουν καταλάβει καλά και στηρίζουν τις βιομηχανίες τους εξασφαλίζοντας γι’ αυτές ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας. Ήρθε η ώρα και η ελληνική κυβέρνηση να στηρίξει την εγχώρια μεταποιητική βιομηχανία και εν τέλει την ελληνική οικονομία και τον ελληνικό λαό. Εκτός και αν έχει άλλες υποχρεώσεις...
statbank.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου